Η Μεγάλη Είδηση (09.05.2013)

Η Είδηση ήταν αξιόπιστη. Την επανέλαβαν το περασμένο Σάββατο βράδυ στην τηλεόραση τρεις ανώτατοι αξιωματούχοι: Ο θάνατος καταργήθηκε.

Ύστερα ψέλναμε όλοι μαζί στην εκκλησία: «θανάτω θάνατον πατήσας». Μάλιστα μερικά κείμενα (όπως ο Κατηχητικός Λόγος του Ιωάννου Χρυσοστόμου)  ήταν επιθετικά, με τσαμπουκά: «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου Άδη, το νείκος;»

Πολύ χάρηκα με την Είδηση. Μετά από το καταπληκτικό αφιέρωμα στον θάνατο από τον Ηλία Μαγκλίνη στο περασμένο τεύχος της LiFO, είχα πάθει κατάθλιψη.  Να όμως που: «Ανέστη Χριστός, και ουδείς εν τω μνήματι».

Ουδείς;

Τι αυταπάτες έχουμε δημιουργήσει και θεσπίσει οι άνθρωποι για να κρύψουμε αυτό που τρέμουμε. Τι κείμενα, έργα τέχνης, ορατόρια και λειτουργίες, εικόνες και αρχιτεκτονήματα – όλα για να ξεφύγουμε από το αδιανόητο, το ασύλληπτο.

«Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να αντέξει πολλή πραγματικότητα» γράφει ο Έλιοτ.

Άνθρωποι σοβαροί, μορφωμένοι, μου μιλάνε για αστρολογία. Έρχεται το «Άγιον Φως» και η «Αγία Ζώνη» (δύο ιστορικά βεβαιωμένες απάτες) και τις υποδεχόμαστε με τιμές αρχηγού κράτους! (Ε, βέβαια, στη χώρα της απάτης, τι άλλο περίμενες;). Λείψανα και κάρες τζιράρουν εκατομμύρια.

Θαυμαστό πλάσμα ο άνθρωπος! Όχι μόνο γιατί από γυμνό, κυνηγημένο ζώο, κατάφερε να εξελιχθεί σε δημιουργό και πλάστη – αλλά γιατί τo κατόρθωσε ακροβατώντας στην άκρη του γκρεμού, αποκρύπτοντας το χάος που τον περιμένει. Πρόσκαιρος, παροδικός, εφήμερος, στοχεύει το μόνιμο και το αιώνιο. Κι ας το επιτυγχάνει τόσο σπάνια. Επιμένει. Φεύγει αυτός, συνεχίζουν άλλοι. Aυτή η επιμονή μπροστά στην ματαιότητα, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη.

Περνάνε τα χρόνια, χάνονται οι γνωστοί και οι φίλοι. Θυμάμαι παιδί έβλεπα στις εφημερίδες μία μικρή αγγελία με μεγάλο τίτλο: «ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ;» Και τότε βέβαια δεν είχα ακόμα δικούς μου νεκρούς να τους ψάξω. Αλλά ο τίτλος μου έμεινε, μου έρχεται και μου ξανάρχεται στο νου. Πού να είναι άραγε ο ένας, η άλλη, ο τρίτος; Και η προφανής απάντηση: Πουθενά.

Τρέχουμε, κοπιάζουμε, εργαζόμαστε, διασκεδάζουμε, φιλονικούμε για πολιτικά ή ποδοσφαιρικά, ερωτευόμαστε,  χωρίζουμε – και ξαφνικά μέσα στο πολύβουο σύνολο κάθε τόσο κάποιος εξαφανίζεται. Μερικοί τον κλαίνε για πολύ ή λίγο, κάποιοι τον θυμούνται περισσότερο. Μετά φεύγουν κι αυτοί κι έτσι στο τέλος όλοι τον ξεχνάνε. «Σκιάς όναρ, άνθρωπος…» λέει ο Πίνδαρος.

Μακάριοι όσοι πίστεψαν την Είδηση.