Μητέρα ή Μητριά (16.04.09)

Μεγάλη Πέμπτη με διαβάζετε – όσοι μείνατε ακόμα στην Αθήνα ή όσοι κυκλοφορείτε με δικτυωμένο υπολογιστή. Και εγώ, μία εβδομάδα πριν, τρέμοντας ακόμα από τον σεισμό της Λ'Άκουιλα, αναρωτιέμαι τι να γράψω.

 

Πριν διακόσια πενήντα τέσσερα χρόνια ο μεγάλος σεισμός της Λισσαβόνας με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, συγκλόνισε όχι μόνο τη γη αλλά και την διανόηση της Ευρώπης. Έκανε το Βολταίρο να αναρωτηθεί αν υπάρχει Θεός (που τα πάντα εν σοφία ποιεί), τον Ρουσσώ να κηρύξει την «επιστροφή στην φύση» (στην ύπαιθρο δεν κινδυνεύεις)  και τον Καντ να ξεκινήσει τη μελέτη της σεισμολογίας.

 

Εμείς όμως αυτές τις μέρες λατρεύουμε και το Θεό και τη Φύση – αυτό το πανάρχαιο, από την εποχή του Άδωνη μείγμα αναγεννημένης φύσης και αναστημένου θεού. Σέρνοντας πίσω μας ουρές τεράστιες από μύθους, θεογονίες και δοξασίες που τελικά μας οδηγούν σε πλήρη σύγχυση.

 

Όχι, ο άνθρωπος ποτέ δεν ζούσε σε αρμονία με την φύση – πάντα την πολεμούσε. Οι πρωτόγονοι εξολόθρευαν τα ζώα (ακόμα και αυτά που δεν τρώγονταν) έβαζαν φωτιές στα δάση, αφάνιζαν τα φυτά. Όχι ο «ευγενής άγριος» του Ρουσσώ, ο απόλυτα φυσικός και καλός, δεν υπήρξε ποτέ. Επιθετικός και αιμοβόρος ήταν από τις απαρχές του. Ούτε άλλωστε η φύση αγάπησε τον άνθρωπο περισσότερο από τα μυρμήγκια.

 

Ο άνθρωπος θεοποίησε τη φύση, την Μεγάλη Θεά, την Μητέρα Γη, γιατί την φοβόταν. Όπως θεοποίησε ό,τι του ήταν άγνωστο και ανεξήγητο. Σήμερα μπορεί να μην τρέμει τις βροντές και τους κεραυνούς – αλλά με τους σεισμούς δύσκολο να τα βγάλει πέρα.

 

Συνέχεια της αρχαίας φυσιολατρίας έγινε η Οικολογία. Όταν ξεφεύγει από την καθαρά επιστημονική μορφή της, γίνεται θρησκεία με δόγμα, φανατικούς πιστούς και ιερατείο. Βλέπει σωτηρία στην παλινδρόμηση, στην αγκαλιά της Μητέρας Φύσης.

 

Γιορτάστε φίλοι αναγνώστες τις μέρες αυτές. Για την ανάσταση του θεού δεν μπορώ να σας διαβεβαιώσω – όμως η ανάσταση της φύσης είναι γεγονός. Και είναι όμορφη, όσο κι αν δεν της καίγεται καρφί για μας...