Υπέρ της Ελλάδος (29.11.2012)

Κάθε φορά που κάθομαι να γράψω για την Lifo, ό,τι θέμα κι αν μου έρθει στο νου, έχω την ψευδαίσθηση πως το έχω ξαναγράψει.

Δεν είναι ψευδαίσθηση. Το έχω πράγματι ξαναγράψει.

Χρειάστηκε πριν λίγες μέρες να ξαναδώ παλιά μου κείμενα. Έμεινα άναυδος. Μπορούσα να τα ξαναδημοσιεύσω σήμερα αυτούσια. Κανείς δεν θα καταλάβαινε πως έχουν περάσει δεκαετίες.

Αλλά τι λέω για δεκαετίες. Τα κείμενα του Ροΐδη, ενάμιση αιώνα πίσω, παραμένουν απόλυτα επίκαιρα. Τα δημοσιογραφικά – όχι μόνο τα λογοτεχνικά (αυτά έτσι κι αλλιώς, αν είναι καλά, δεν γερνάνε). Ναι, τα δημοσιογραφικά που έγραφε στον «Ασμοδαίο». Αν τα μετέφραζε κάποιος στην δημοτική και άλλαζε τα ονόματα των πολιτικών θα ήταν σπαρταριστά σημερινά.

Στο τελευταίο φύλο της εφημερίδας (11-7-1876) αποχαιρέτισε τους αναγνώστες γράφοντας: «παραιτείται… πράττει δε τούτο κατά καθήκον, πεισθείς ότι τας ιδέας του περί διαθέσεως του προϋπολογισμού της Ελλάδος υπέρ της Ελλάδος, αδύνατον είναι να συμμερισθεί η πλειοψηφία του ευγενούς κοινού και της γενναίας φρουράς».

Στο ίδιο κείμενο γράφει ότι αυτοί για τους οποίους αγωνίζεται δεν μπορούν να τον διαβάσουν διότι είναι φτωχοί και αναλφάβητοι. Γράφει για τους πολιτικούς νταβατζήδες της εποχής ότι «από αρχηγοί ληστρικών συμμοριών κατήντησαν απλοί μεσίται, δια των οποίων αι συμμορίαι αυταί διαπραγματεύονται προς το έθνος τα λύτρα ανθ’ ων συγκατανεύουσι να παραχωρήσουν… ασφάλειαν ζωής και περιουσίας. Τα λύτρα αυτά καλούνται κατ’ ευφημισμόν προϋπολογισμός». Και επισημαίνει την «δουλική ευπείθεια μεθ’ ης ολόκληρη η Βουλή, σιγώσης της αντιπολιτεύσεως, σπεύδει να τα καταβάλει άνευ συζητήσεως εις τον εισπράκτορα…».

Λοιπόν δεν άλλαξε τίποτα στο ρωμαίικο;

Διαβάζοντας τον Ροΐδη θα έλεγα: λίγα πράγματα. Φαίνεται πως οι ελληνικές παθογένειες είναι βαθιά ριζωμένες, τα προβλήματα παλιά κι η θεραπεία τους δεν μπορεί να είναι επιφανειακή – πρέπει να βρεθούν οι βαθύτερες αιτίες.

Ποτέ δεν μπορέσαμε να γίνουμε νοικοκύρηδες και αυτάρκεις. Άλλα κράτη, μικρότερα και φτωχότερα, το κατάφεραν. Τούτο το έθνος χρωστούσε και χρεοκόπησε πριν καν ελευθερωθεί. Από τα πρώτα δάνεια, του 1824 και 26, ελάχιστα χρήματα πήγαν στον αγώνα.  Κι από εκεί και πέρα ούτε ένας χρόνος δεν πέρασε που να μην χρωστάμε – ποσά δυσανάλογα προς το μέγεθος και τις δυνατότητές μας. Τέσσερις φορές χρεοκοπήσαμε. Και πότε άραγε θα εκπληρωθεί το όνειρο του Ροΐδη, ο προϋπολογισμός  της Ελλάδος να διατίθεται υπέρ της Ελλάδος;