Πλοίον «Η ΕΛΛΑΣ» (24.1.08)

Τι μπορεί να κάνει ένας μοναχικός άνθρωπος όταν ξεχειλίζουν μαζί όλοι οι βόθροι της χώρας και τον ζώνουν τα σκατά; Να κλείσει την μύτη για να μην μυρίζει (αλλά κινδυνεύει να σκάσει) να κλείσει τα μάτια για να μην βλέπει (αλλά μέσα από τον δέκτη της τηλεόρασης τα σκατά πλημμυρίζουν και το καθιστικό του) να κλείσει τα αυτιά του να μην ακούει… Να πολεμήσει εναντίον τους δεν μπορεί, μόνον ο Ηρακλής κατάφερε να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία κι αυτός ήταν ήρωας από τα παλιά…

 

Απίστευτα αυτά που συμβαίνουν, ούτε η πιο βρωμερή και κοπρολάγνα επιστημονική φαντασία δεν θα μπορούσε να τα επινοήσει. Κι αλίμονο, όχι στα οικονομικά, στα δημόσια έργα, στα πάρε δώσε των εμπόρων και των βιομηχάνων – αλλά στον πολιτισμό, στον χώρο όπου κατοικούν το πνεύμα, οι τέχνες, τα γράμματα…  Κι έφτασαν οι κομπιναδόροι, οι κατασκευαστές και οι μεταπράτες να φαίνονται άκακα αρνιά μπροστά στους λύκους του πολιτισμού και των media.

 

Θέλω να γίνω στρουθοκάμηλος, να χώσω το κεφάλι στην άμμο για να μην βλέπω, να λείψω πολύν καιρό και να επανέλθω όταν η κόπρος θα έχει καθαρίσει. Όταν – τι όνειρο! – ο τόπος θα αναδυθεί καθαρός και λαμπερός από το ζόφο.

 

Η Ελλάδα ταξιδεύει, ρυπαρό καράβι, και θυμήθηκα το όραμα του Καζαντζάκη όπως το αποτύπωσε στον “Ζορμπά”: «και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τα αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκούρδιστο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δύο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το  τινάξεις καλά-καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν – άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι – και να το ανεβάσεις πάλι απάνω από τα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο».

 

Ποιος θα μας δώσει μία Ελλάδα καθαρή και φρεσκοπλυμένη; Μια Ελλάδα όμορφη και λαμπερή, που σημαίνει αδειανή – χωρίς όλους αυτούς που την λερώνουν;