ΜΙΚΡΟ-ΜΕΣΑΙΩΝ (1985-87)

“Η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης τελειώνει — και υπάρχει φόβος οι Χίλιοι να πάθουν μαρασμό και κατάθλιψη”. Το διάβασα σε έγκυρη εφημερίδα πολύ μεγάλης κυκλοφορίας: “Έχει κανείς σκεφθεί, τώρα που συνηθίσαμε με τους Μπρουκ, Στάιν, Χωλ, Μπέργκμαν, Στρέλερ και τους άλλους, πώς θα συνηθίσουμε πάλι...”.

Συνηθίσαμε; Ποιοι; Όχι βέβαια οι αναγνώστες του εντύπου. (Ούτε το 0,1%). Ποιοι; Οι πεντακόσιοι προσκλησιολήπτες (άσχετοι συνήθως, που σε τίποτα δεν συνηθίζουν) και οι άλλοι πεντακόσιοι που πλήρωσαν; (Να οι Χίλιοι!). Αυτοί συνήθισαν... Με δύο παραστάσεις, σε γλώσσα παντελώς ακατάληπτη, έπαθαν εθισμό! Και τώρα χρειάζονται προοδευτική αποτοξίνωση!

Το σχόλιο ζητάει από τους “διοργανωτές του (sic) Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα” να σκεφθούν “το ψυχολογικό κενό” που “θα ακολουθήσει τη λήξη” και να μεριμνήσουν “ώστε η μετάβαση στα καθ' ημάς να γίνει σταδιακά και ανώδυνα”.

Ειδική λοιπόν αγωγή για τους ελάχιστους (για το 99,9% τι;) μη μας πάθουν τίποτα επάνω στη “μετάβαση”. Συνήθισαν οι άνθρωποι το εισαγόμενο, πως να ανεχθούν το ντόπιο — η “καθ' ημάς”. (Και έχουν δίκιο. Ντόπιο πια δεν υπάρχει. Ίσως εξαιτίας τους!).

Υπάρχουν κι άλλες, άφθονες, ενδείξεις ότι δεν πάμε καλά — αλλά αυτή είναι πολύ χαρακτηριστική. Δείχνει την ύπαρξη —και τη νοοτροπία— μιας ομάδας προνομιούχων που κάνουν μεγάλη ζημιά σε αυτή τη χώρα. Μιας παρέας πολιτισμικών σνομπ, που έχουν πιάσει τα πόστα κι απεργάζονται ένα νέο Μεσαίωνα.

Ποιο ήταν πολιτιστικά το χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα; Η τεράστια απόσταση ανάμεσα στις μειοψηφίες (που, κλεισμένες στα μοναστήρια, καταγινόντουσαν με πολύπλοκα θεολογικά και φιλοσοφικά προβλήματα) και στις μεγάλες πλειοψηφίες, που για μόνη πολιτιστική αξία είχαν τα τσιφτετέλια της εποχής.

Ενώ λοιπόν οι μειοψηφίες μας παθαίνουν εθισμό (οι καημένες!) από την πολλή Μαχαμπχάρατα οι πλειοψηφίες μας πλαντάζουν στα σκυλάδικα. Το 98% των Ελλήνων δεν έχει αγοράσει ποτέ δίσκο κλασικής μουσικής (ούτε καν ελαφροκλασικής, π.χ. “Ελαφρό Ιππικό”).

Και όχι μόνο δεν γίνεται τίποτα για να κλείσει το χάσμα, όχι μόνο δεν υπάρχει, κανενός είδους αισθητική παιδεία για τους νέους μας — παρά σκοτώνουμε και το μόνο μέσο που θα μπορούσε να ανεβάσει λίγο το ευρύ κοινό.

Εκχωρήσαμε και την τηλεόραση στην Υψηλή μας Μειοψηφία. Από Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας την κάναμε κινηματογραφική λέσχη. Διώχνουμε το πολύ κοινό — αλλά ενθουσιάζουμε την ελίτ.

Τι Φασμπίντερ, τι Ζανούσι, τι Γκοντάρ και Μουνκ. Κι όχι σε ειδικές μεταμεσονύκτιες προβολές — αλλά στις πιο δημοφιλείς ώρες. Τέτοιο ποιοτικό πρόγραμμα ούτε τα ειδικά (Τρίτα) κανάλια των ξένων τηλεοράσεων δεν έχουν αποτολμήσει!

Οι χίλιοι (κι εγώ) απολαμβάνουν, αλλά ο κόσμος συνωστίζεται στα βίντεο κλαμπ, για να προμηθευτεί τη συνέχεια της Δυναστείας. Η τηλεόραση ΤΟΝ ΔΙΩΧΝΕΙ. Του δημιουργεί μια ακόμα πιο απωθητική εικόνα για την τέχνη. (Κουλτούρα; Να φύγουμε!). Κι όταν τον θυμηθεί, του πετάει μια “Ελληνική Ταινία”, ή τα Λιονταράκια (το ίδιο είναι: Ίδια μικροαστικά πρότυπα, ίδια σάλτσα) και τον αφήνει στην τύφλα του.

Η πολιτιστική κατάσταση της χώρας είναι αθλία — ακόμα χειρότερη από την οικονομική (πράγμα, μακροπρόθεσμα, πιο επικίνδυνο). Δεν γίνεται κανένα έργο Υποδομής. Καμιά προσπάθεια για την αναβάθμιση του μεγάλου κοινού. Μόνο φιέστες και βιτρίνα, μόνο παρόλες και χειρονομίες! (Τα Ελγίνεια σύμβολο και άλλοθι για τη νέα βαρβαρότητα).

Στη μειοψηφία (που ακούγεται όταν φωνάζει) προσφέρουμε “Πολιτιστική Πρωτεύουσα” μέχρι να πάθει εθισμό και ντελίριουμ τρέμενς. Στους πολλούς δίνουμε συναυλίες με ελαφρολαϊκά. Ανάμεσα, τίποτα. Το Ίδιο και στην TV. Μεταξύ Effie Briest και κυρ-Ηλία, το κενό. (Εφαρμοσμένος λαϊκισμός: στον καθένα ό,τι του αρέσει). Έτσι όμως, όχι μόνο συντηρούμε, αλλά διευρύνουμε το χάσμα.

Μας λείπει εντελώς η μέση κατάσταση. Αυτή που θα προσελκύσει τους πολλούς και θα τους βοηθήσει να προσεγγίσουν ανώτερες μορφές και ποιότητες. Η κουλτούρα μας αναπαράγει τον ερμητισμό και την ολιγαρχία. Κι όμως υπάρχουν άλλοι δρόμοι.

Βλέπω αυτό το θαυμάσιο λαϊκό (όχι λαϊκίστικο) έπος, την “Πατρίδα” (Heimat) — και ζηλεύω. Απλό, προσιτό σε όλους (στη Γερμανία έσπασε ρεκόρ θεαματικότητας) και μαζί έργο μεγάλης πνοής και υψηλής τέχνης. Εμείς όμως — ή Μπρουκς ή Γκόλφω.

Έτσι δεν βοηθάμε κανέναν να ανέβει. Δεν χτίζουμε τίποτα — διαιωνίζουμε το τέλμα. Οι λίγοι αιμομικτούν και οι πολλοί αδιαφορούν. Σ' όλους τους τομείς: τέχνες, επιστήμες, φιλοσοφία. Το βιβλίο το έχουμε αφήσει να παλεύει με τις ληστρικές ανατιμήσεις του χαρτιού. Βιβλιοθήκες ούτε έχουμε, ούτε θα αποκτήσουμε. Για πληροφορική ακούμε —αλλά οι Υπολογιστές είναι άγνωστοι στην παιδεία. Αίθουσα όπερας, συναυλιών, μουσείο μοντέρνας τέχνης — μηδέν. Τους αρχαίους τους διεκδικούμε άλλο δεν τους εκδίδουμε. Οι πινακοθήκες μας αφορούν αργόσχολους εισοδηματίες (δέστε τι ώρες ανοίγουν !).

Κι αναρωτιέμαι: είναι δυνατόν ένα σοσιαλιστικό κράτος να είναι ελιτίστικο και αντιλαϊκό; Και απαντώ: δυστυχώς, ναι. Είναι.

1. 12. 1985