ΓΕΙΤΟΝΙΑ 1960

Σ’ αυτή τη γειτονιά με τ’ άσπρα σπίτια.
Σ’ αυτή τη γειτονιά.

Να μη ζητάνε τίποτ’ άλλο, να κουράζονται
στην αντηλιά τα μάτια ζαρωμένα
και να ξεχνούν το θάνατο στην αντηλιά.

Σ’ αυτή τη γειτονιά τη σκονισμένη.
Σ’ αυτή τη γειτονιά.

Δεν μπόρεσα να την φιλήσω, γιατί έκαιγε
ο ήλιος και η σκόνη μου ‘τρωγε τα μάτια.
Νερό! φώναζαν οι πικροδάφνες.
Κι ήταν Κυριακή και δεν μπόρεσα
να την φιλήσω – ανάμεσά μας
ήταν οι νυσταγμένες κουρτίνες των σπιτιών και τα κάγκελα,
οι μικρές κουβέντες της γειτονιάς κι ο ήλιος
και το φτηνό τσίτινο φόρεμα.

Η σκόνη κοίμιζε το μεσημέρι
στην εκτυφλωτική σιωπή της Κυριακής
και νέκρωνε σαν παγωνιά.

Σ’ αυτή τη γειτονιά με τ’ άσπρα σπίτια.
Σ’ αυτή τη γειτονιά.