Ανεβαίνω επάνω μόνο για να φάω και να πλυθώ. Όμως τις περισσότερες φορές δεν έχει νερό, ή έχει ελάχιστο. (Να ο παραλογισμός του κακού ορθολογισμού! Πλημμυρίζεις την πόλη μπετόν - όχι όμως και νερό!)

Η διαφορά στην θερμοκρασία είναι - την μέτρησα - επτά βαθμοί. Εικοσιεπτά στο υπόγειο, τριάντα τέσσερις επάνω. Όσο περνάνε οι μέρες το σπίτι ζεσταίνεται περισσότερο - όχι όμως και η σπηλιά μου. Είναι ακόμα η αρχή του καλοκαιριού και κρατάει την δροσιά του χειμώνα. Θα μειωθεί αργότερα η διαφορά - τέλη Αυγούστου - αλλά όχι πολύ.

Όπως ανεβαίνεις τη σκάλα για το ισόγειο η ζέστη σε πιάνει στο λαιμό. Όταν συνηθίσεις κάτω, επάνω πνίγεσαι.

Γρήγορα πάλι κάτω.

*

Ένας θάνατος από το τηλέφωνο. Με ειδοποιούν για την κηδεία.

Πουθενά δεν αισθάνομαι τόσο αμήχανος. Αν είναι δικός μου άνθρωπος, με ενοχλούν οι ξένοι. Αν είμαι μακρινός, νιώθω εγώ ξένος. Την ομαδική χαρά την καταλαβαίνω - όχι την ομαδική θλίψη. Ο σπαραγμός ως κοινωνική εκδήλωση; Δεν πάω σε κηδείες. Ελπίζω να μην έρθουν και στην δική μου.

*

Κοιμάμαι επάνω. Όλα ανοιχτά - αλλά η λάβρα ασφυκτική. Μόνο στις δύο το πρωί κάπως δροσίζει.

Νύχτες ανήσυχες του καύσωνα. Ξυπνάω κάθε μισή ώρα, με έναν εφιάλτη στο στόμα, τα χείλη στεγνά. Τις μέρες σκέπτομαι αλλά τις νύχτες σκάβω. Σε μεγάλο βάθος. Ευτυχώς που μετά δεν θυμάμαι τα όνειρα. Εκτός από τα πολύ σύντομα του πρωινού.

Όνειρο: Γκρίζο φόντο. Μια πεταλούδα. ʼσπρη. Πολύ ελαφρή. Χάνεται. Το πλάνο μένει άδειο. Τελείως άδειο για πολλή ώρα. Τίποτα. Ξυπνάω με λυγμούς - σαν παιδί.

*

Μουσική τώρα. Η μόνη ανάσα. Που με συμφιλιώνει, για λίγο, με την τύχη μου.

*

Τόσες μέρες κρατάω συνέχεια σημειώσεις - άλλες ολογράφως, άλλες κρυπτογραφικά. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως γράφω ημερολόγιο. Απόρησα - σαν τον κύριο Jourdain που έμαθε πως μιλάει πρόζα.

Γιατί αρκετές φορές στη ζωή μου προσπάθησα να ξεκινήσω ημερολόγιο - όμως ποτέ δεν έφτανα στη δεύτερη εγγραφή. Έπρεπε να έρθει ο καύσωνας, να με στριμώξει. Και ν' αρχίσω το γράψιμο, σαν αντίδραση απελπισίας, χωρίς να ξέρω ούτε τι κάνω, ούτε που θα με βγάλει. Γράφω συνέχεια, χωρίς να προσέχω πότε, τι. Γι αυτό και οι βιαστικές - και συχνά ελλειπτικές - σημειώσεις μου δεν έχουν ημερομηνίες.

Θα συνεχίσω; Αμφιβάλλω.

Άλλωστε, δεν χρειάζεται. Τα περισσότερα βιβλία μου είναι σαν ημερολόγια, γραμμένα στο πρώτο πρόσωπο. Αυτό που Θα' θελα τώρα, είναι να ξεφύγω, όσο γίνεται, από το υποκείμενο. (Όλες αυτές τις μέρες, αγκαλιασμένος θανάσιμα με τον εαυτό μου.)

*

Ομοιοπαθητική στη συγγραφή. Γράφω αυτό που μου αρέσει να διαβάζω.

Από έφηβος κυνηγούσα πάντα τα κείμενα "εις εαυτόν". Αναμνήσεις, ημερολόγια, απομνημονεύματα, εξομολογήσεις και προσωπικά δοκίμια (όπως του Montaigne.)

(Αντίθετα, δεν μου άρεσαν ποτέ οι βιογραφίες, από τρίτους. Τι μπορεί να ξέρει ο άλλος για σένα; Μυθιστόρημα γράφει!)

Και στα άλλα βιβλία, ψάχνω για προσωπικά στοιχεία: τις σημειώσεις στο τέλος, (που λένε πώς γράφτηκε το έργο), τους προλόγους, την σχετική αλληλογραφία - αν υπάρχει. Με ενδιαφέρει η σχέση του συγγραφέα με το έργο, μερικές φορές πιο πολύ κι από το έργο.

Έτσι, συχνά, διαβάζω ανάποδα. Πρώτα π. χ. τα σημειωματάρια (Carnets de Notes) της Yourcenar - και μετά τον "Αδριανό" της.

Έχω διατρέξει αρκετές φορές τις "Μέρες" του Σεφέρη. Έχω περάσει πολλές ώρες με τα ημερολόγια του Pepys, του Saint-Simon, του Gide, της Virginia Woolf, του Thomas Mann. (Tα καλά ημερολογιακά κείμενα ξαναδιαβάζονται). Και βέβαια της Sei Shonagon!

Συντροφιά για μοναχικούς. Ξέρεις πως ήταν κι άλλος εκεί που στέκεσαι.

*

Στα κείμενα εις εαυτόν, το πρώτο κριτήριο δεν είναι η ομορφιά της γραφής - αλλά η αμεσότητα. Η ζωντάνια. Να νιώθεις πως η εγγραφή αποτυπώνει τη στιγμή όπως βιώθηκε. Κι ας έχει ξαναδουλευτεί το κείμενο πολλές φορές, όπως στον Σεφέρη. Στο ημερολόγιο, ποιότητα γραφής σημαίνει: αυθορμητισμός. 'Εστω και φτιαχτός.

Πρέπει να είσαι μέγας αφελής (Μακρυγιάννης) ή μεγάλος μάστορας. Ιδιαίτερα αν γράφεις εκ των υστέρων.

'Η γεννημένος γόης. Όπως ο Καζανόβα. Άρχισα να διαβάζω τα "Απομνημονεύματα" για το σκάνδαλο (όταν το 1960 εκδόθηκε επιτέλους το πρωτότυπο κείμενο) και συνέχισα για το ύφος. Οι δώδεκα τόμοι έφυγαν σαν νερό. Τα είχαν κάποτε αποδώσει στον Stendhal. Δίκαια.

"Το μέγα μυστικό του Stenhal, η μεγάλη του πονηριά, ήταν που έγραφε αμέσως. Η συγκινημένη του σκέψη μένει τόσο ζωντανή και τόσο φρέσκια στα χρώματα, όσο η πεταλούδα που μόλις εκκολάφθηκε και που ο συλλέκτης την έπιασε την στιγμή που έβγαινε από την χρυσαλλίδα." (Gide 3.9.37)

*

Όγδοη ημέρα εγκλεισμού.

"Αλίμονο, η σάρκα είναι θλιμμένη κι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία!" Ακόμα και για να μιλήσω εναντίον των βιβλίων, πάλι σε βιβλίο ανατρέχω, σε στίχο του Mallarme. Το μυαλό μου έχει γίνει σαν το υπόγειο, χτισμένο ως επάνω με τόμους.

'Ωστόσο είναι φυσικό: αυτό το κείμενο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος. Πότε μιλάω εγώ, πότε το υπόγειο - δηλαδή τα βιβλία του.

Αυτός που δεν μιλάει καθόλου είναι ο άλλος πρωταγωνιστής - ο καύσων.

Οκτώ μέρες μέσα. Χρειάζομαι αέρα, ας είναι και λίβας.

*

Δεν υπάρχει ψυχή στην Αθήνα αυτό το Σαββατοκύριακο. 'Ολοι έφυγαν. Μόνο σκουπίδια, γάτες και διψασμένα σκυλιά.

Ο λίβας σταμάτησε να φυσάει - η ζέστη είναι στατική και αφόρητη. Όλα σιωπούν σαν κάτι να περιμένουν.

*

Ο καιρός θα δροσίσει! Οι μετεωρολόγοι - σύγχρονοι προφήτες και μάγοι της φυλής - προβλέπουν βοριάδες!

Le vent se leve!... il faut tenter de vivre!

Να δοκιμάσουμε άλλη μια φορά, με τον νέο άνεμο.

Ένα τηλεφώνημα: ήρθε το καινούργιο αυτοκίνητο. Όπως το θέλω - μικρό και γρήγορο.

Έφτασε στην ώρα του το ερέθισμα. Τρεις μέρες πριν θα με άφηνε αδιάφορο. Τώρα με διεγείρει. Ποταπό πράγμα - ένα αντικείμενο, ένα παιχνίδι. Αλλά μην υποτιμάτε ποτέ το παιχνίδι. Μας κρατάει ζωντανούς περισσότερο από πολλά άλλα.

Έπειτα, αγαπάω τις μηχανές. Στη ζωή μου είχα συνήθως καλύτερες σχέσεις με ταπεινά όντα - μηχανήματα και ζώα - παρά με τους ανθρώπους. Ίσως μου πάνε πιο πολύ οι απλοϊκές κατασκευές. (Ο Καρτέσιος πίστευε πως τα ζώα είναι μηχανές!) Ίσως πάλι να βασίστηκα περισσότερο σε όσα λιγότερο με πρόδωσαν.

Όσο για τα αυτοκίνητα - εμένα το πραγματικό σπίτι μου ήταν πάντα κινητό και γρήγορο.

*

Ανεβαίνω από το υπόγειο, κι ανοίγω τα παράθυρα, περιμένοντας την δροσιά. Με ξαφνιάζει το φως - το είχα ξεσυνηθίσει.

Με ξαφνιάζει η επικαιρότητα: βόμβες, σφαγές, πυρκαγιές. Και οι πολιτικοί που (ό,τι και να συμβεί) εξακολουθούνε να βγάζουν λόγους. Είχε δίκιο ο Ντοστογιέφσκυ: "Μπορείτε να πείτε ο,τιδήποτε για την παγκόσμια ιστορία...εκτός από ένα: ότι είχε σχέση με τη λογική."

Αλλά, με όλη την δυστυχία, ο αέρας, που δειλά σε μικρές δόσεις αρχίζει να φυσάει, παραμερίζει το σκοτεινό παραπέτασμα.

Ένας μικρός αέρας, δροσερός, ελαφρύς, πεύκινος. Είναι - πρέπει να είναι - ο χρυσός αέρας της ζωής.

*

Νέα απόπειρα βίου. Υπάρχουν ακόμα πράγματα όμορφα που όλες αυτές τις μέρες ήταν δύσκολα και μακρινά - από την αφή ως την επανάσταση.

(Η μόνη ουσιαστική επανάσταση: η ανατροπή της απελπισίας. Το παρ' όλα αυτά στο Μαύρο!)

Αναστολή κατακλυσμού. Ήρθε το περιστέρι - έφερε μια πνοή δροσιάς. Αυτός ο καύσων δεν ήταν μείζων.

Θα εγκαταλείψω το υπόγειο - για ένα μεγάλο ποτήρι διαυγές οξυγόνο.

Ο βοριάς ξέπλυνε την πόλη από τους ρύπους, ξεπύρωσε το τσιμέντο, καθάρισε τον έναστρο ουρανό. Η Αθήνα μου φαίνεται σχεδόν όμορφη. Σιγά-σιγά, οι άνθρωποι βγαίνουν από την αποχαύνωση. Οι αισθήσεις αρχίζουν να ξαναφέρνουν τον κόσμο. Τα μάτια αποκτούν έκφραση και ζωντάνια.

Σ' αυτή την άνυδρη και άξενη πόλη θα ζήσουμε πάλι, όσο γίνεται. Δεν θα την αλλάξουμε εύκολα - γιατί είναι το πρόσωπό μας. Από μια ηλικία και πέρα, ο καθένας είναι υπεύθυνος για το πρόσωπό του, είπε ο τίμιος Καμύ.

Θα ζήσουμε, λησμονώντας και ελπίζοντας. Ώσπου να έρθει το επόμενο κύμα - καύσων, σεισμός, νέφος ή θάνατος.

*

Αναλίσκεται η Ελλάδα κι από τη στάχτη της βγαίνει πάλι Ελλάδα. Κάθε φορά πιο τραυματισμένη, πιο φτωχή, πιο υστερική. (Το μυθικό πουλί Φοίνιξ ξαναγεννιόταν δυνατότερο.) Ποιος θα αναστρέψει αυτή την διαδικασία έκπτωσης;

Δεν ξέρω - κι αυτή τη στιγμή δεν με νοιάζει. Χαίρομαι την (προσωρινή μου) άνοδο στο φως.

Αυτή η πόλη, που κάθε φορά λες: πάει, έσβησε - υπάρχει. Μυστικά εργάζεται, ονειρεύεται και ερωτεύεται. Ακόμα και μέσα στον καύσωνα, το νέφος και τα σκουπίδια.

Ο βοριάς τρέχει στις δρόμους κι ανεμίζει τα μαλλιά μιας κοπέλας που κατεβαίνει από την Δεξαμενή. Και μετά, πονηρά, της κυματίζει την φούστα.

Δεν είναι αυτός ο αέρας που μου έφερνε ναυτία.

Εξακολουθώ να μην ξέρω πώς θα πεθάνω - αλλά ξέρω πως (αυτή τη στιγμή) ζω. Και θα ζω έντονα, λαίμαργα, αρπακτικά - μέχρι τη ώρα που θα με καπελώσει και θα με πνίξει, σπαράζοντας, το Μαύρο.

*

Κάθε φορά που πάω στον γιατρό και μου λέει πως δεν έχω τίποτα, σκέπτομαι: πήρα κι άλλη αναβολή.

(Ο νυκτερινός μου επισκέπτης, δεν ήρθε χθες, ούτε προχθές.)

Ας αξιοποιήσω λοιπόν τον χρόνο κι αυτής της αναβολής.

Φαντάζομαι, η πραγματική ζωή πρέπει να είναι - έτσι. Χωρίς στόχους και χωρίς πρόγραμμα. Να ζεις και να πεθαίνεις - έτσι. Στο υπόγειο, με τα βιβλία, νομίζεις πως πρέπει οπωσδήποτε να βρεις νόημα.

Τώρα κάθομαι κάτω από ένα δέντρο. Ακούω τα τζιτζίκια. Τι νόημα έχει η επανάληψη; Κι όμως, όλες οι κινήσεις της ευτυχίας - από την μουσική ως την συνουσία - είναι επαναληπτικές.

Θυμάμαι τη φράση του Αλιόσα Καραμαζώφ: "Ν'αγαπάς τη ζωή περισσότερο από το νόημά της." Τι ωραία φράση χωρίς νόημα!

*

Χαλαρώνω. Χαμογελάω. Χαίρομαι. Η ζωή έχει εφεδρείες. Ως και μέσα σ' αυτή την εντάφια πόλη, φτάνει καμιά φορά ο χρυσός αέρας.

Τώρα που δρόσισε, θα κάνουμε πάλι αργό έρωτα. Θα ξεχυθούμε στους δρόμους στις επτά χιλιάδες στροφές. Θα ακούσουμε μουσικές ανάερες, θα κοιμηθούμε χωρίς εφιάλτες.

*

 Καθώς σουρουπώνει και γυρίζει ο ήλιος τη γη ανάσκελα, αλλάζει πάλι το σκηνικό.

Ακούγονται σειρήνες και βόμβοι δυνατοί. Αεροπλάνα πετούν χαμηλά. Καπνός σκοτεινιάζει το φως.

Καίγονται δάση και ιερά άλση. Από την Κρήτη ως τις Πρέσπες - κι ως μέσα στην Αθήνα.

Έρχεται μυρωδιά βαριά από στάχτη κι αποκαίδια. Φυσάει άλλος άνεμος, σκληρός, με στυφή γεύση:

Κάτω από τη γέρικη συκομουριά στεγνός ο αγέρας γύρισε: οσμίζονταν παντού φλουριά και μας επούλησε.

 

Υστερόγραφο

Το "Ημερολόγιο του Καύσωνα" άρχισε να γράφεται (και ολοκληρώθηκε σε πρώτη, συνοπτική μορφή) από τις 3 ως τις 12 Ιουλίου 1988 στην Αθήνα. Τις μέρες αυτές η θερμοκρασία κυμάνθηκε από 38 μέχρι 46 βαθμούς.

Παρ' όλο που τιτλοφόρησα το κείμενό μου "ημερολόγιο" θα μπορούσε να λεγόταν και "σημειώσεις". Δεν έχει ημερολογιακή μορφή - ούτε ημερομηνίες. Αν χρησιμοποίησα αυτόν τον τίτλο ήταν για να επισημάνω τα χρονικά όρια της καταγραφής του. Αντιπροσωπεύει μία συγκεκριμένη στιγμή στην ζωή μου και την ζωή της γενέτειρας πόλης μου. Και μάλλον είναι περισσότερο δοκίμιο παρά ημερολόγιο. Αλλά οι τίτλοι δεν έχουν σημασία.

Δέκα μέρες κλεισμένος στο υπόγειο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έγραφα συνέχεια. Ήταν η μόνη μου διέξοδος. Μετά το τέλος της πρώτης γραφής, άρχισα να επεξεργάζομαι το κείμενο. Οι κρυπτογραφικές σημειώσεις αραιώθηκαν παίρνοντας (ελπίζω) την σωστή πυκνότητα. Δεν πρόσθεσα καινούργια πράγματα, απλά συνέχισα και συμπλήρωσα. Ήθελα να διατηρήσω το κλίμα του εγκλεισμού - ό,σα σκέφθηκα και ένιωσα εκείνες τις ημέρες.

Στο τέλος της επεξεργασίας αποπειράθηκα να πάω διακοπές. Γύρισα βιαστικά, σε τρεις μέρες, χωρίς να προλάβω το Γατοτάκι ζωντανό. Το δηλητηρίασαν "άγνωστοι" στις 13.8.1988. Διάγνωση: ασφυξία από υδροκυάνιο.

 

Tα ίχνη από το παιχνίδι σου σβήνουν στο δέρμα μου

Αλλά η ψυχή δεν επουλώνεται τόσο γρήγορα.