Μουσική και ποίηση.

 

Η ποίηση γεννήθηκε μέσα από τη μουσική.

Το πρώτο ποίημα ήταν είτε προσευχή είτε μαγικό ξόρκι. Μαγεία και θρησκεία ανταγωνίζονταν από την αρχή μέσα στον άνθρωπο. Η μία υποταγμένη στις αόρατες δυνάμεις η άλλη προσπαθούσε να τις υποτάξει. (Σήμερα τη θέση της μαγείας έχει η επιστήμη).

Στην απαρχή της η ποίηση ήταν πάντα μελοποιημένη. Ιδιαίτερα η λυρική, που όπως λέει και η λέξη, τραγουδιόταν με την λύρα, γεννιόταν με την μελωδία της.

Οι πρώτες προσευχές, οι ύμνοι, ήταν τραγουδιστοί. Όλα τα αρχαία λυρικά ποιήματα που γνωρίζουμε δεν ήταν σκέτα ποιήματα – ήταν τραγούδια. Ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ, ο Αλκαίος – ακόμα και ο Πίνδαρος – τραγουδιόταν. Και τα έπη, οι ραψωδοί τα συνόδευαν με λύρα.

Ας πάρουμε ένα πιο κοντινό  μας παράδειγμα: τα δημοτικά τραγούδια. Εμείς τώρα τα διαβάζουμε ως ποιήματα αλλά αυτοί που τα έφτιαξαν τα δημιούργησαν τραγουδώντας.

Άρα από τους αρχαιότερους χρόνους μουσική και ποίηση πήγαιναν χέρι χέρι.

 

                                                                      *

 

Αλλά και σήμερα, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την διάδοση της ποίησης είναι η μελοποίηση.

Ποιο είναι το πιο γνωστό ποίημα στην Ελλάδα; Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού. Αν δεν είχε μελοποιηθεί από τον Μάντζαρο (πράγμα που οδήγησε στην επιλογή της μουσικής, ως εθνικού ύμνου) θα ήταν εξίσου άγνωστο με το δίδυμο «Εις τον θάνατον του Μπάυρον».

Άλλα διάσημα ποιήματα: η Ξανθούλα του Σολωμού, η Ανθισμένη Αμυγδαλιά του Δροσίνη, ο Γερο-Δήμος του Βαλαωρίτη – για τα οποία πολλοί νομίζουν ότι είναι δημοτικά τραγούδια.

Πόσοι Έλληνες θα γνώριζαν το Άξιον Εστί του Ελύτη, τα Λιανοτράγουδα και τον Επιτάφιο του Ρίτσου, την Άρνηση του Σεφέρη, τα ποιήματα του Αναγνωστάκη και του Καββαδία αν δεν είχαν μελοποιηθεί;

Ωστόσο η μελοποίηση μπορεί να φέρνει την ποίηση στα στόματα και την μνήμη του μεγάλου κοινού – αλλά ταυτόχρονα την αλλάζει, την παραμορφώνει – ενίοτε την σκοτώνει.

Που πάει ένα ποίημα όταν «μελοποιείται»;

Αν η μελοποίηση είναι επιτυχής, για όσους την ακούσουν, το ποίημα πεθαίνει. (Και είναι βέβαιο πως, με την διάδοση των ηλεκτρονικών μέσων, αυτοί που θα την ακούσουν είναι πολλοί περισσότεροι από όσους θα διαβάσουν το ποίημα). Παραμένει ποίημα μόνον για όσους δεν θα την ακούσουν ποτέ.

Αν η μελοποίηση αποτύχει – το ποίημα περνάει μία δύσκολη στιγμή και μετά ξεπερνάει το σοκ και η δική του μουσική αποκαθίσταται.

Στην περίπτωση όπου το ποίημα πεθαίνει, στην θέση του γεννιέται ένα άλλο καλλιτεχνικό είδος, μικτό (αλλά νόμιμο; – θα ρώταγε ο Σολωμός). Μία ενότητα ήχου και στίχου που σίγουρα είναι κάτι διαφορετικό από ότι το κάθε μέρος της χωριστά.

Το ποίημα πεθαίνει. Φαίνεται υπερβολική αυτή η διατύπωση. Ίσως θα έπρεπε να πω «μεταλλάσσεται». Αλλά και στην μετάλλαξη, αυτό που υπήρχε πριν, έχει πεθάνει.

Για πολλούς νεότερους, ίσως να μην υπάρχει πρόβλημα. Γεννήθηκαν μετά την δεκαετία του 60 που  μελοποίησε μεγάλη ποίηση με εξαίρετο τρόπο και άρα γνώρισαν πρώτα το μεταλλαγμένο. Αλλά η γενιά μου, που πρόλαβε και διάβασε το «Άξιον Εστί» και τα «Επιφάνεια 1937» πριν από τον Θεοδωράκη, έχει συνειδητοποιήσει ότι αυτά τα ποιήματα δεν είναι πια όπως τα γνωρίσαμε. Ποτέ δεν θα μπορέσω να πω: «Κράτησα την ζωή μου» χωρίς να ακούσω την (υπέροχη) μελωδία του Μίκη. Οι «Δρόμοι παλιοί» του Αναγνωστάκη τώρα οδηγούν αλλού. Και το Δοξαστικό από το «Άξιον Εστί» πιο πολύ χορεύεται παρά διαβάζεται.

Πού είναι η μελωδία (και ο ρυθμός) που είχαν μέσα τους τα ποιήματα πριν μελοποιηθούν; Μερικές φορές η μουσική, όχι μόνο τα υπερκαλύπτει, αλλά και τα διαστρέφει. Κλασικό παράδειγμα η «Άρνηση» του Σεφέρη. Διαφωνώ κατ’ αρχήν με την επιλογή του ύφους – έστω κι αν ερμηνευθεί ως ειρωνική. Αυτή η γλυκερή καντάδα δεν μου πάει για ένα τόσο πικρό ποίημα. Έπειτα, με την μελοποίηση, χάνεται εντελώς η περίφημη άνω τελεία του προτελευταίου στίχου. Ο Σεφέρης ουδέποτε έγραψε: «πήραμε την ζωή μας λάθος».

Ευτυχώς που (από όσο ξέρω) δεν επιχείρησε κανείς να μελοποιήσει την «Κίχλη», το πιο μουσικό ποίημα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, δομημένο πάνω στο πρότυπο των τελευταίων κουαρτέτων του Beethoven. [i]

Δέχομαι ότι η μελοποίηση μπορεί να δημιουργήσει νέα σημαντικά έργα τέχνης – τέτοιο θεωρώ το «Άξιον Εστί», την καλύτερη, κατά την γνώμη μου, σύνθεση του Θεοδωράκη. Αλλά το ερώτημα παραμένει αν ένα αριστούργημα δικαιούται να καταργεί ή έστω να επικαλύπτει ένα άλλο.

Τι γίνεται όμως όταν το ποίημα δεν είναι αριστούργημα; Αν είναι μέτριο ή και ασήμαντο; Εκεί η μετάλλαξη μπορεί να βοηθήσει. Ακόμα και ένα καλό ποίημα, όπως τα «Επιφάνεια 1937» του Σεφέρη, με την μουσική κερδίζει βάθος και τραγική διάσταση. Εδώ το νέο έργο είναι μείζον του παλαιού.

Ακόμα πιο πολύ ισχύει αυτό για τους ελάσσονες ποιητές. Όπως και στον κινηματογράφο οι καλές ταινίες γίνονται συνήθως από μέτρια βιβλία (ενώ τα καλά βιβλία χάνουν όταν μεταφέρονται στην οθόνη) έτσι και τα καλά τραγούδια γίνονται από μέτρια (ως και κακά) ποιήματα. Το παράδειγμα των κλασικών Γερμανικών Lieder είναι το πιο προφανές. Τα ποιήματα που μελοποίησε ο Σούμπερτ, εκτός από ελάχιστα, είναι από αφελή έως ανόητα. Αλλά τα έκανε αθάνατα.

Εκεί κανείς δεν θρηνεί τον θάνατο του ποιήματος – διότι η μετάλλαξή του το υπερβαίνει και το ομορφαίνει.

Στην Ελλάδα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νίκου Καββαδία. Ένας ελάσσων ποιητής, χάρη σε έναν σπουδαίο μουσικό, ανέβηκε σε άλλο επίπεδο. Αλλά και ο μουσικός βρήκε στην ποίηση την δυνατότητα να την προεκτείνει και να φτιάξει το αριστούργημά του.

Όπως έγραφα παλιά σε ένα γράμμα (μεταθανάτιο) που του έγραψα:

Δεν ξέρω τι μαθαίνεις από τον κόσμο μας – αλλά τα νέα για σένα είναι καλά. Ήσουνα τυχερός, σε συνάντησαν σπουδαίοι συνθέτες. Οι ομότεχνοί σου – καλοί, καλύτεροι, μέτριοι – ξεχάστηκαν. Ποιος θυμάται τώρα τον Τέλλο Άγρα, τον Μήτσο Παπανικολάου, τους δύο Αλέξανδρους – Μπάρα και Μάτσα; Για να μην αναφέρω τους λίγο παλιότερους, αλλά πολύ συγγενικούς σου, Λαπαθιώτη, Μελαχρινό και Ουράνη.

Εσένα σε ανακάλυψαν ο Γιάννης Σπανός (υπέροχη η μελοποίηση του Mal du Depart) και η Μαρίζα Κώχ. Αλλά το φιλί της αθανασίας σου το έδωσε ο Θάνος Μικρούτσικος. Στον «Σταυρό του Νότου» και μετά στις «Γραμμές των Οριζόντων» έχουμε μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου μουσική και στίχος, σε ισότιμη διάταξη, δημιούργησαν ένα νέο αισθητικό επίτευγμα.

Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Στις περισσότερες περιπτώσεις μελοποίησης, δεν συναντούμε σύντηξη ισότιμων πραγμάτων, αλλά μονόπλευρη δημιουργία. Τα περισσότερα Lieder του Schubert έχουν αφελέστατους στίχους κι επιβιώνουν μόνο χάρη στην μουσική. Όσους από την άλλη πλευρά επιχείρησαν να μελοποιήσουν Καβάφη τους συνέθλιψε το βάρος των στίχων.

Όμως εσύ έδωσες διάρκεια στον Μικρούτσικο και αυτός σε σένα. Από τώρα κι εμπρός θα πορεύεστε μαζί. Δεν είναι πια εύκολο για κάποιον να διαβάσει ποίημά σου χωρίς μέσα του να ακούει την μελωδία. Αυτό μερικές φορές μπορεί να είναι κακό για την ποίηση – γιατί χάνει την δική της μουσική και, αναγκαστικά, αποκτά μίαν άλλη. Όσο κι αν είναι π. χ. ιδιοφυής η μελοποίηση του «Άξιον Εστί» από τον Μίκη Θεοδωράκη, υπάρχουν στιγμές όπου νοσταλγώ τον ήχο του Ελύτη όπως τον αισθάνθηκα πριν από την μουσική.

Όμως με τα δικά σου ποιήματα δεν έγινε αυτό. Ο Μικρούτσικος τα ολοκλήρωσε, τα συμπλήρωσε, τα επεξέτεινε. Τα ήξερα απέξω τα περισσότερα (θυμάσαι που σου είχε κάνει εντύπωση όταν  συναντηθήκαμε). Και ακούγοντας την μουσική, βρήκα, από την πρώτη στιγμή, πως είχε βγει από μέσα τους. Ο συνθέτης διάβασε τους στίχους σαν παρτιτούρες!

Τυχερέ Καββαδία! Σε τραγουδάει τώρα όλη η Ελλάδα:

                          Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.

                          Στα μάτια τους τα ζωηρά περνούν οι οπτασίες του.

 

Όπως έγραφε και ο γέρος της Αλεξάνδρειας.

                                                         *

Να λοιπόν που σε μερικές περιπτώσεις η μελοποίηση δεν είναι ο θάνατος αλλά η σωτηρία της ποίησης – η προέκτασή της και η ολοκλήρωσή της. Κι εδώ έχουμε μετάλλαξη αλλά σε αυτή την περίπτωση είμαι υπέρ των μεταλλαγμένων.

Ο ποιητής που αντιστέκεται επιτυχώς σε κάθε απόπειρα μελοποίησης είναι ο Καβάφης. Μέχρι στιγμής, με την εξαίρεση του Χατζιδάκι στον Μεγάλο Ερωτικό κανείς από τους συνθέτες δεν με έχει πείσει.

Συμπερασματικά: δεν υπάρχει καλύτερο μέσο για την διάδοση της ποίησης από την μελοποίηση. Αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό που διαδίδεται παραμένει ποίηση. Ή είναι ένα σύνθετο έργο, καινούργιο.

Ας πάρουμε έναν άλλο χώρο μελοποιημένου λόγου: την Όπερα.

Το λιμπρέτο πάνω στο οποίο βασίζεται είναι συνήθως ποιητικό. Μπορεί να έχει και πεζά μέρη – αλλά οι άριες είναι σίγουρα ποιήματα.

Κι εκεί έχουμε διαφορετικές κατηγορίες. Άλλα λιμπρέτι γράφονται ειδικά γι όπερα – αλλά τα περισσότερα είναι διασκευές ποιητικών έργων: π. χ. ο Φάουστ του Γκαίτε έχει μελοποιηθεί αμέτρητες φορές.

Σε ειδικές περιπτώσεις – όπως του Βάγκνερ – ο συνθέτης είναι ταυτόχρονα και ποιητής (και μάλιστα σε αυτή τη περίπτωση άριστος ποιητής). Επενδύει μουσικά την δική του ποίηση. Κι επειδή είναι και σκηνογράφος και σκηνοθέτης, επινοεί την έννοια του Gesamtkunstwerk (του πλήρους ατομικού καλλιτεχνικού έργου) που συνενώνει ποίηση, μουσική, ζωγραφική, χορό και σκηνοθεσία.

Ένα βήμα παραπέρα: η εκκλησιαστική μουσική, η ίδια η λειτουργία. Μελοποιημένη ποίηση ο Ακάθιστος Ύμνος, το Stabat Mater του Pergolesi, τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, ο Μεσσίας του Χαίντελ.

Έτσι λοιπόν σχεδόν σε όλη τους την ιστορία μουσική και ποίηση είναι παράλληλες και συνυφασμένες.

                                                                     

                                                                   *

Θα ήθελα να ξαναγυρίσουμε στα δικά μας δημοτικά τραγούδια.

Οι περισσότεροι τα έχουμε γνωρίσει σαν σκέτη ποίηση. Όλοι ξέρουμε τους στίχους: «Μάνα με τους εννιά σου γιούς και και με την μια σου κόρη» ή «Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες».

Πόσοι ξέρουμε την μελωδία του τραγουδιού;

Εδώ δεν υπάρχει μελοποίηση – το αντίστροφο: υπάρχει στιχοποίηση. Ο στίχος γεννιέται μαζί με την μελωδία, η μελωδία παραμερίζεται και διαβάζουμε το στίχο σε βιβλία.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Δύο πολύ γνωστά και όμορφα δημοτικά:

 

Να’ σαν τα νιάτα δύο φορές

τα γηρατειά καμία

να ξανανιώσω μια φορά

να γίνω παλληκάρι

να βάλω το φεσάκι μου

να βγαίνω στο παζάρι

για να πουλήσω γηρατειά

και ν’ αγοράσω νιάτα

 

                                                       *

Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια

μωρέ,  τώρα οι πέρδικες

τώρα οι πέρδικες συχνολαλούν και λένε

μωρέ ξύπνα, μωρέ ξύπνα αγάπη μου

ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα γλυκιά μου αγάπη

μωρέ ξύπνα – αγκάλιασε…

 

Ακούστε τα τραγουδισμένα.

 

Κοντά σε αυτά πρέπει να αναφέρουμε κάτι παράλληλο:  την άλλη λυρική πηγή της εποχής μας - εκεί όπου πάλι η μελοποίηση γεννάει ποίηση. Μερικοί από τους σημαντικότερους ποιητές των τελευταίων χρόνων είναι τραγουδοποιοί που γράφουν συνθέτοντας (ή συνθέτουν γράφοντας) και το αποτέλεσμα της διαδικασίας  αυτής είναι καθαρά ποιητικό. Το γεγονός ότι ο Leonard Cohen και ο Bob Dylan έχουν προταθεί για Νόμπελ λογοτεχνίας, δεν οφείλεται στην υπερβολή των θαυμαστών τους. Αν ζούσαν θα μπορούσαν να το διεκδικήσουν ο John Lennon, και o Jacques Brel. Όλοι αυτοί οι τραγουδοποιοί – και πολλοί άλλοι – διδάσκονται σε πανεπιστήμια και έχουν γίνει αντικείμενο πολλών διατριβών και μελετών.

Κι εμείς έχουμε τον μεγάλο Σαββόπουλο – ας ισχυριστεί κάποιος ότι το «Ζεϊμπέκικο» από το «Βρώμικο Ψωμί» δεν είναι σημαντικό ποίημα! Ξεφυλλίζοντας την «Σούμα» βρίσκω δεκάδες ποιήματα που στέκουν άνετα και χωρίς την μουσική τους. Μάλιστα – περίεργο – εδώ η απουσία της μουσικής βοηθάει στην σωστή επίδραση και αποτίμηση της ποίησης. Που σημαίνει πως η μουσική μπορεί να οδήγησε στην γένεση του ποιήματος, αλλά η πραγματική του αξία κρίνεται περισσότερο στην σιωπή της ανάγνωσης.

Μπορούμε να μιλήσουμε για τριών ειδών μελο-ποίηση. Πρώτα είναι ο τονισμός στίχων ποιητών που έγραψαν καθαρή ποίηση και μελοποιηθήκαν μετά. Χωρίς να το σκεφθούν καν όταν έγραφαν, χωρίς να το επιδιώκουν, και μερικές φορές χωρίς να το θέλουν. Τέτοιοι είναι οι Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Σολωμός, Αναγνωστάκης, Καββαδίας, κ. ά.

Δεύτεροι είναι αξιόλογοι ποιητές που παράλληλα με την ποιητική τους δουλειά έγραψαν ΚΑΙ στίχους για τραγούδια (ή κυρίως στίχους για τραγούδια – όπως ο Γκάτσος). Εκτός από τον Γκάτσο σε αυτή την κατηγορία είναι και ο Μάνος Ελευθερίου, ο Μιχάλης Γκανάς, κ. ά.

Τρίτοι είναι οι στιχουργοί που στις καλύτερες στιγμές τους έφτασαν να γράψουν πραγματική ποίηση. Μαριανίνα Κριεζή, Ευτυχία Παπαγιανοπούλου, Μανώλης Ρασούλης, Λίνα Νικολακοπούλου, Γιάννης Αγγελάκας, Θανάσης Παπακωνσταντίνου – και δεκάδες άλλοι.

Να μην ξεχνάμε Βασίλη Τσιτσάνη και Μάρκο Βαμβακάρη, που έγραφαν μόνοι τους στίχους τους.

Εδώ βέβαια δεν πρόκειται πια για μελοποίηση αλλά για στιχοποίηση – μια και συχνά η λειτουργία γίνεται αντίστροφα. Προηγείται η μουσική. Ο Γκάτσος έβαζε λόγια στις μελωδίες του Χατζιδάκι. Η μουσική γεννούσε την ποίηση.

Ας ακούσουμε κι εδώ κορυφαία παραδείγματα τέτοιας δουλειάς.

Όλα αυτά μας ξαναφέρνουν στην αρχική μας παράγραφο για την περίεργη, αμφίδρομη και αμφίστομη σχέση μουσικής και ποίησης. Μελοποίηση: ο θάνατός σου, η ζωή μου; Ή αντίστροφα;